Άμα χαλαστεί ο άνθρωπος, αρχίζει να σιχαίνεται τα απλά και τα φτωχά πράγματα. Μα πολλές φορές ξανάρχεται στον παλιό εαυτό του, σαν τον μεθυσμένον που ξεμέθυσε, και τότε καταλαβαίνει πάλι μεγάλη όρεξη για την απλότητα, και χαίρεται μέσα του και ειρηνεύει, και θέλει να ζει ταπεινά και ήσυχα. Τότε του αρέσουνε πάλι τα ταπεινά και τ' απονήρευτα πράγματα, και νοιώθει μέσα του την γλυκύτητα του Χριστού και την ειρήνη που είναι μέσα στο Ευαγγέλιο. Γιατί χωρίς απλή καρδιά, αληθινός χριστιανός δεν γίνεται κανένας. Αυτό θα το νοιώσεις από κάποια λόγια των αγίων που λένε: «Όποιος δεν γνώρισε την ειρήνη, δεν γνώρισε τη χαρά. Αν αγαπάς την πραότητα, ζήσε με ειρήνη· κι αν αξιωθείς την ειρήνη, θα χαίρεσαι σε κάθε καιρό. 'Ανθρωπος με πολλές έγνοιες, δεν ειμπορεί να γίνει πράος και ησύχιος. Η ταπείνωση μαζεύει την καρδιά, κι όταν ταπεινωθεί ο άνθρωπος, ευθύς τον σκεπάζει το έλεος. Η προσευχή είναι χαρά. Η βασιλεία των ουρανών, μέσα μας βρίσκεται. Η χαρά που νοιώθει ο άνθρωπος για το Θεό, είναι πιο δυνατή από τούτη τη ζωή. Όποιος φτωχεύει από τα πλούτη του κόσμου, πλουτίζεται με τα πλούτη του Θεού. Όποιος αγαπά τα φανταχτερά πράγματα, δεν μπορεί να έχει ταπεινά αισθήματα, γιατί η καρδιά από μέσα τυπώνεται με τα ίδια σχήματα που είναι απ' έξω». Εσύ που διαβάζεις τούτα που γράφω, μη με βαρεθείς και πεις πως ολοένα σου λέγω τα ίδια, για το Χριστό, για την απλότητα, για την ταπείνωση. Άμα μπορέσει να καταλάβει η καρδιά σου την γέψη τους, θα δεις πως θα μου δώσεις δίκιο. Σου τα λέω και τα ξαναλέω από τον πόθο που έχω να σου μεταδώσω την μια και μόνη αληθινή χαρά, που κ' εγώ άργησα να τη βρω, μα που τη βρήκα με τη βοήθεια του Θεού· και η αγάπη σε σένα με κάνει να μην σου κρύψω αυτό το μονοπάτι που μ' έβγαλε σ' ένα έμορφο περιβόλι που δεν το υποπτευόμουνα.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα littérature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα littérature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 12 Μαρτίου 2020
Τετάρτη 18 Απριλίου 2018
Ν. Ράντος, "Η Ακρόπολη"
Στο
πρώτο πλάνο
ο
Παρθενός
ο δηλητηριασμένος με ψυχαρική μελάνη
ο ψεύτικος, ο νεκρός
ο σκοτωμένος με φακό σε πλούσιο χαρτί
από τον Μπουασονά
νεκροθάπτη της Ελλάδας –
για φόντο χέρια σταυρωμένα
μπλεγμένα
σε θέση προσευχής
εντατικής προσευχής
τα χέρια φλύαρα χοντρά
εξόχως χοντρά
στα δάχτυλα για δαχτυλίδια
σύρματα ηλεκτρικά
που τρεμοσβούν τη λέξη
Ρ ε ν ά ν
– ο επίσημος της Ακρόπολης
κανδηλανάφτης –
πάνου στα μάρμαρα
πόδια, κοιλιά, στήθια, χέρια
μαλλιά ξέπλεκα
της Νταλιλάς
αλλά οι τρίχες κομμένες
είναι χορεύτρα που βαρέθηκε τα παρκέτα
και πηδά
σε παλιά μάρμαρα
προκλητικά
πηδά ανάμεσα σε κολόνες
τοποθετημένες φανταστικά
από ποιητή μεγαλόπνοο πολύ
τον Χερ Καρλ Μπέντεκερ –
κι όλα αυτά
κάποιας έκθεσης Ζαππείου ο προβολέας
ρεκλάμα οίκου γαλλικού
τα χτυπάει σαδικά
με μπουνιές στ’ αυτιά μας
έχει απόφαση ο αθεόφοβος
να ριμάρει με το φεγγάρι
ενώ σε νύχτες πανσελήνου
ο φορατζής εισπράττει τα φιλιά
που κρύβει ψεύτικης καρυάτιδας η φούστα
κι αφήνει σ’ αυτές
χοντρές κοιλιές
σ’ αυτούς σωληνάρια εξακόσια εξ
μόνο κύλινδροι φαίνονται εδώ πέρα
κολόνες ίσιες πεσμένες
μαρμάρινες και άλλες
ρολ-φιλμ, αγκφά, κοντάκ
νομισμάτων – τα ρέστα
αλλαγμένων δολαρίων και στερλινών
κυλινδρικά επίσης οι λέξεις ετούτες
ζουμερά πέφτουν
λέξεις εμπνευσμένες
από τη φρίκη που μας προξενούν
οι κανονιές του Μοροζίνη –
τα κανόνια κι αυτά κυλινδρικά
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακρόπολες
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακροπόλεις
που αναστηλώνουν άλλοι σε πλάκες αρνητικές
φωνάζουν τα κλικ των κοντάκ
λέξεις που απαγγέλλει
με ρυθμό μηχανής άντλερ
κυρία ηθοποιός
εκπορνεύει τ’ αυτιά μας
μ’ αδύναμο λάρυγγα
οχετό της ψυχής της
που χύνει τελικά
σε χειροκροτήματα
– μαύροι αφροί θάλασσας ενετικής.
ο δηλητηριασμένος με ψυχαρική μελάνη
ο ψεύτικος, ο νεκρός
ο σκοτωμένος με φακό σε πλούσιο χαρτί
από τον Μπουασονά
νεκροθάπτη της Ελλάδας –
για φόντο χέρια σταυρωμένα
μπλεγμένα
σε θέση προσευχής
εντατικής προσευχής
τα χέρια φλύαρα χοντρά
εξόχως χοντρά
στα δάχτυλα για δαχτυλίδια
σύρματα ηλεκτρικά
που τρεμοσβούν τη λέξη
Ρ ε ν ά ν
– ο επίσημος της Ακρόπολης
κανδηλανάφτης –
πάνου στα μάρμαρα
πόδια, κοιλιά, στήθια, χέρια
μαλλιά ξέπλεκα
της Νταλιλάς
αλλά οι τρίχες κομμένες
είναι χορεύτρα που βαρέθηκε τα παρκέτα
και πηδά
σε παλιά μάρμαρα
προκλητικά
πηδά ανάμεσα σε κολόνες
τοποθετημένες φανταστικά
από ποιητή μεγαλόπνοο πολύ
τον Χερ Καρλ Μπέντεκερ –
κι όλα αυτά
κάποιας έκθεσης Ζαππείου ο προβολέας
ρεκλάμα οίκου γαλλικού
τα χτυπάει σαδικά
με μπουνιές στ’ αυτιά μας
έχει απόφαση ο αθεόφοβος
να ριμάρει με το φεγγάρι
ενώ σε νύχτες πανσελήνου
ο φορατζής εισπράττει τα φιλιά
που κρύβει ψεύτικης καρυάτιδας η φούστα
κι αφήνει σ’ αυτές
χοντρές κοιλιές
σ’ αυτούς σωληνάρια εξακόσια εξ
μόνο κύλινδροι φαίνονται εδώ πέρα
κολόνες ίσιες πεσμένες
μαρμάρινες και άλλες
ρολ-φιλμ, αγκφά, κοντάκ
νομισμάτων – τα ρέστα
αλλαγμένων δολαρίων και στερλινών
κυλινδρικά επίσης οι λέξεις ετούτες
ζουμερά πέφτουν
λέξεις εμπνευσμένες
από τη φρίκη που μας προξενούν
οι κανονιές του Μοροζίνη –
τα κανόνια κι αυτά κυλινδρικά
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακρόπολες
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακροπόλεις
που αναστηλώνουν άλλοι σε πλάκες αρνητικές
φωνάζουν τα κλικ των κοντάκ
λέξεις που απαγγέλλει
με ρυθμό μηχανής άντλερ
κυρία ηθοποιός
εκπορνεύει τ’ αυτιά μας
μ’ αδύναμο λάρυγγα
οχετό της ψυχής της
που χύνει τελικά
σε χειροκροτήματα
– μαύροι αφροί θάλασσας ενετικής.
Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016
Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016
Ερείπια της Παλμύρας
Ερείπια της Παλμύρας
Όσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο
μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί
βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που
δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται,
τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις
εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το
πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου
που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας
στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους
άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν.
Όσο
περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο
ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με
φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη
χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για
όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου
ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα
απερίσκεπτα και μένω
ξένος
και κουρελιάρης τώρα.
Μα όταν
μες
στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια,
βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι
οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το
πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά - απόκριση
Nίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Από
την ενότητα «Ο θάνατος του Μύρωνα»,
1954 - 1959
Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016
"Πέτρες"
"Οι πέτρες μουσκεύουν στο φως και στη μνήμη. Ένας βάζει μια πέτρα για
προσκέφαλο. Άλλος, πριν κολυμπήσει, αφήνει τα ρούχα του κάτω από μια
πέτρα μην του τα πάρει ο αέρας. Άλλος έχει μια πέτρα για σκαμνί του ή
για σημάδι στο χωράφι του, στο κοιμητήρι, στο μαντρί, στο δάσος. Αργά,
μετά το λιόγερμα, γυρίζοντας σπίτι σου, όποια πέτρα απ’ τ’ ακρογιάλι αν
ακουμπήσεις στο τραπέζι σου είναι ένα αγαλμάτιο-μια μικρή Νίκη ή το
σκυλί της Άρτεμης, κι αυτή, όπου ένας έφηβος το μεσημέρι ακούμπησε τα
βρεγμένα του πόδια, είναι ένας Πάτροκλος με σκιερά, κλεισμένα
ματόκλαδα".
Γιάννης Ριτσος, "Πέτρες" από τη συλλογή "Μαρτυρίες"
Τρίτη 2 Αυγούστου 2016
Μαρίνα Τσβετάγιεβα Αύγουστος θα πει
Αύγουστος θα πει αστέρια
Αύγουστος θα πει άστρα,
Αύγουστος θα πει τσαμπιά
Σταφυλιού καισουρβιάς
Σκουριασμένε Αύγουστε!
Με το βαρύ, το ευγενικό
Το αυτοκρατορικό σου μήλο,
Σα μικρό παιδί παίζεις Αύγουστε.
Σα την καρδιά με την παλάμη σου χαϊδεύεις
Με το όνομα σου το αυτοκρατορικό:
Αύγουστε! Καρδιά!
Ο μήνας των αργοπορημένων φιλιών,
Των όψιμων ρόδων και των καθυστερημένων αστραπών!
Των νεροποντών των αστεριών –
Αύγουστε! Μήνα
Π’ αστέρια βρέχει!
Μετάφραση από τα
ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©
Август - звезды,
Август - грозди
Винограда и рябины
Ржавой - август!
Полновесным, благосклонным
Яблоком своим имперским,
Как дитя, играешь, август.
Как ладонью, гладишь сердце
Именем своим имперским:
Август!- Сердце!
Месяц поздних поцелуев,
Поздних роз и молний поздних!
Ливней звездных -
Август!- Месяц
Ливней звездных!
Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016
“Crave” by Sarah Kane
“And I want to play hide-and-seek and give you my clothes and tell you I
like your shoes and sit on the steps while you take a bath and massage
your neck and kiss your feet and hold your hand and go for a meal and
not mind when you eat my food and meet you at Rudy’s and talk about the
day and type your letters and carry your boxes and laugh at your
paranoia and give you tapes you don’t listen to and watch great films
and watch terrible films and complain about the radio and take pictures
of you when you’re sleeping and get up to fetch you coffee and bagels
and Danish and go to Florent and drink coffee at midnight and have you
steal my cigarettes and never be able to find a match and tell you about
the the programme I saw the night before and take you to the eye
hospital and not laugh at your jokes and want you in the morning but let
you sleep for a while and kiss your back and stroke your skin and tell
you how much I love your hair your eyes your lips your neck your breasts
your arse your
and sit on the steps smoking till your neighbour comes home and sit on the steps smoking till you come home and worry when you’re late and be amazed when you’re early and give you sunflowers and go to your party and dance till I’m black and be sorry when I’m wrong and happy when you forgive me and look at your photos and wish I’d known you forever and hear your voice in my ear and feel your skin on my skin and get scared when you’re angry and your eye has gone red and the other eye blue and your hair to the left and your face oriental and tell you you’re gorgeous and hug you when you’re anxious and hold you when you hurt and want you when I smell you and offend you when I touch you and whimper when I’m next to you and whimper when I’m not and dribble on your breast and smother you in the night and get cold when you take the blanket and hot when you don’t and melt when you smile and dissolve when you laugh and not understand why you think I’m rejecting you when I’m not rejecting you and wonder how you could think I’d ever reject you and wonder who you are but accept you anyway and tell you about the tree angel enchanted forest boy who flew across the ocean because he loved you and write poems for you and wonder why you don’t believe me and have a feeling so deep I can’t find words for it and want to buy you a kitten I’d get jealous of because it would get more attention than me and keep you in bed when you have to go and cry like a baby when you finally do and get rid of the roaches and buy you presents you don’t want and take them away again and ask you to marry me and you say no again but keep on asking because though you think I don’t mean it I do always have from the first time I asked you and wander the city thinking it’s empty without you and want want you want and think I’m losing myself but know I’m safe with you and tell you the worst of me and try to give you the best of me because you don’t deserve any less and answer your questions when I’d rather not and tell you the truth when I really don’t want to and try to be honest because I know you prefer it and think it’s all over but hang on in for just ten more minutes before you throw me out of your life and forget who I am and try to get closer to you because it’s a beautiful learning to know you and well worth the effort and speak German to you badly and Hebrew to you worse and make love with you at three in the morning and somehow somehow somehow communicate some of the overwhelming undying overpowering unconditional all-encompassing heart-enriching mind-expanding on-going never-ending love I have for you.”
and sit on the steps smoking till your neighbour comes home and sit on the steps smoking till you come home and worry when you’re late and be amazed when you’re early and give you sunflowers and go to your party and dance till I’m black and be sorry when I’m wrong and happy when you forgive me and look at your photos and wish I’d known you forever and hear your voice in my ear and feel your skin on my skin and get scared when you’re angry and your eye has gone red and the other eye blue and your hair to the left and your face oriental and tell you you’re gorgeous and hug you when you’re anxious and hold you when you hurt and want you when I smell you and offend you when I touch you and whimper when I’m next to you and whimper when I’m not and dribble on your breast and smother you in the night and get cold when you take the blanket and hot when you don’t and melt when you smile and dissolve when you laugh and not understand why you think I’m rejecting you when I’m not rejecting you and wonder how you could think I’d ever reject you and wonder who you are but accept you anyway and tell you about the tree angel enchanted forest boy who flew across the ocean because he loved you and write poems for you and wonder why you don’t believe me and have a feeling so deep I can’t find words for it and want to buy you a kitten I’d get jealous of because it would get more attention than me and keep you in bed when you have to go and cry like a baby when you finally do and get rid of the roaches and buy you presents you don’t want and take them away again and ask you to marry me and you say no again but keep on asking because though you think I don’t mean it I do always have from the first time I asked you and wander the city thinking it’s empty without you and want want you want and think I’m losing myself but know I’m safe with you and tell you the worst of me and try to give you the best of me because you don’t deserve any less and answer your questions when I’d rather not and tell you the truth when I really don’t want to and try to be honest because I know you prefer it and think it’s all over but hang on in for just ten more minutes before you throw me out of your life and forget who I am and try to get closer to you because it’s a beautiful learning to know you and well worth the effort and speak German to you badly and Hebrew to you worse and make love with you at three in the morning and somehow somehow somehow communicate some of the overwhelming undying overpowering unconditional all-encompassing heart-enriching mind-expanding on-going never-ending love I have for you.”
Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016
Επιτάφιος για ένα σκύλο του Λόρδου Μπάιρον
Κοντά σε αυτό το Σημείο
κείτονται τα Λείψανα κάποιου
που είχε Ομορφιά χωρίς Ματαιοδοξία,
Δύναμη χωρίς Θράσος,
Τόλμη χωρίς Σκληρότητα
και όλες τις Αρετές του Ανθρώπου χωρίς τα Ελαττώματά του.
Ο Επαινος αυτός, που θα μπορούσε να είναι μια ανούσια Κολακεία
αν αναγραφόταν πάνω από ανθρώπινες στάχτες,
δεν είναι παρά ένας δίκαιος φόρος τιμής στη Μνήμη του
ΜΠΟΟΥΣΟΝ, ενός ΣΚΥΛΟΥ,
που γεννήθηκε στη Νέα Γη, τον Μάιο, 1803
και πέθανε στο Αββαείο του Νιούστεντ, στις 18 Νοεμβρίου, 1808.
Οταν κάποιος περήφανος Γιος του Ανθρώπου επιστρέφει στη γη,
άγνωστος στη Δόξα, αλλά δικαιωμένος από τη Γέννησή του,
η τέχνη του γλύπτη εξαντλεί τη μεγαλοπρέπεια της θλίψης
και οι χιλιοτραγουδισμένες υδρίες μαρτυρούν για εκείνους που αναπαύονται
από κάτω.
Οταν όλα έχουν τελειώσει, πάνω στο Μνήμα βλέπει κανείς
όχι αυτό που ήταν, αλλά αυτό που θα 'πρεπε να είναι:
Αλλά ο φουκαράς ο Σκύλος, ο πιο πιστός φίλος στη ζωή,
πρώτος να καλωσορίσει, πρώτος απ' όλους να υπερασπιστεί,
που η άδολη καρδιά του ανήκει ακόμα στον Κύριό του,
που μοχθεί, παλεύει, ζει, αναπνέει μόνο γι' αυτόν,
πέφτει χωρίς δόξα, χωρίς να αναγνωριστεί όλη η αξία του -
και αμφισβητείται στον Ουρανό η Ψυχή που είχε στη γη:
ενώ ο άνθρωπος, ματαιόδοξο έντομο! ελπίζει να συγχωρεθεί
και απαιτεί για τον εαυτό του τη μοναδική αποκλειστικότητα του Ουρανού.
Ω άνθρωπε! εσύ, αδύναμε ένοικε μιας ώρας,
εξευτελισμένος από τη δουλεία, ή διεφθαρμένος από την εξουσία
-η αγάπη σου είναι λαγνεία, η φιλία σου όλη μια απάτη,
η γλώσσα σου υποκρισία, τα λόγια σου ένα ψέμα!
Από τη φύση σου αχρείος, εξευγενισμένος μόνο κατ' όνομα,
κάθε ευγενικό ζώο μπορεί να σε κάνει να κοκκινίσεις από ντροπή.
Εσύ, που τυχόν θα δεις αυτήν την απλή υδρία,
προσπέρνα - δεν τιμάει κάποιον που θα 'θελες να θρηνήσεις.
Για να σημαδέψει τα λείψανα ενός φίλου αυτές οι πέτρες έχουν υψωθεί·
δεν γνώριζα παρά μονάχα έναν - και βρίσκεται εδώ.
Επιτάφιος για ένα σκύλο του Λόρδου Μπάιρον
Τρίτη 17 Μαΐου 2016
Π Ρ Ο Σ Μ Ε Ν Ω Π Α Λ Ι
Θυμᾶμαι, νύχτα ἦταν βαθειά,
μὰ ἡ μέρα κόντευε νὰ φτάσει,
καθὼς κινήσαμε μαζί,
γιὰ νὰ χαθοῦμε μὲς στὴν πλάση…
μὰ ἡ μέρα κόντευε νὰ φτάσει,
καθὼς κινήσαμε μαζί,
γιὰ νὰ χαθοῦμε μὲς στὴν πλάση…
Και σ᾿ ὅσα πέσαμε κακά,
παγίδες, λάθη, πλάνες, πάθη,
κανένας μας δὲ μπορεῖ πιὰ
μήτε νὰ δεῖ μήτε νὰ μάθει…
παγίδες, λάθη, πλάνες, πάθη,
κανένας μας δὲ μπορεῖ πιὰ
μήτε νὰ δεῖ μήτε νὰ μάθει…
Πόσο παλέψαμε κι οἱ δυὸ
καὶ κυλιστήκαμε στὸ χῶμα,
ζητώντας καὶ τὰ πιὸ μικρά,
-δὲ θὰ τὸ πεῖ κανένα στόμα…
καὶ κυλιστήκαμε στὸ χῶμα,
ζητώντας καὶ τὰ πιὸ μικρά,
-δὲ θὰ τὸ πεῖ κανένα στόμα…
Κι ἐπειδὴς εἴχαμε δεχτεῖ,
καθένας τὴ δική του μοῖρα,
πῆρες τὸν ἕνα δρόμο ἐσύ,
κι ἐγὼ τὸν ἄλλο δρόμο πῆρα.
καθένας τὴ δική του μοῖρα,
πῆρες τὸν ἕνα δρόμο ἐσύ,
κι ἐγὼ τὸν ἄλλο δρόμο πῆρα.
Κι ἀφοῦ χαθήκαμε καιρὸ
καὶ πλανηθήκαμε στὴν τύχη,
(κι ὡς τώρα, μόνος μας δεσμὸς
δὲν ἦταν παρὰ κάποιοι στίχοι),
καὶ πλανηθήκαμε στὴν τύχη,
(κι ὡς τώρα, μόνος μας δεσμὸς
δὲν ἦταν παρὰ κάποιοι στίχοι),
τώρα, ποὺ τ᾿ ὄνειρο γιὰ μᾶς
τὰ φῶτα σβήνει τὰ στερνά του,
-προσμένω, πάλι, νὰ σὲ βρῶ,
μὲς στὴ γαλήνη τοῦ θανάτου…
τὰ φῶτα σβήνει τὰ στερνά του,
-προσμένω, πάλι, νὰ σὲ βρῶ,
μὲς στὴ γαλήνη τοῦ θανάτου…
του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη
Δευτέρα 9 Μαΐου 2016
Βόρειος Ήπειρος
Το γλυπτό «Η
Βόρειος Ήπειρος» κινείται στα πλαίσια του συμβολισμού ιδανικών και
εννοιών. Εγκατεστημένο από το 1953 στον πεζόδρομο της οδού Τοσίτσα,
εικονίζει μια γυναίκα με δεμένα πισθάγκωνα τα χέρια, που πεσμένη στο
έδαφος προσπαθεί να ξεφύγει. Στηρίζει το πάνω μέρος του κορμού της στον
δεξί αγκώνα, ενώ το κεφάλι στέκεται ψηλά, θέλοντας πιθανόν να περάσει το
μήνυμα ότι η Βόρειος Ήπειρος μπορεί να είναι υποδουλωμένη αλλά «κρατάει
το κεφάλι ψηλά» γιατί έχει περηφάνεια. Ο καλλιτέχνης, με την ανθρώπινη
μορφή που παρουσιάζει, προσπαθεί να συμβολίσει τη σκλαβωμένη περιοχή της
Βορείου Ηπείρου. Προφανώς επηρεασμένος και από το πατριωτικό τραγούδι
που έγινε γνωστό μετά τον εμφύλιο («Έχω μια αδελφή κουκλίτσα αληθινή, τη
λεν’ Βόρειο Ήπειρο…).
Το γλυπτό έδωσε την αφορμή στην Κική Δημουλά να γράψει το ποίημα «Σημείο
Αναγνωρίσεως». Κι ενώ το γλυπτό παρουσιάζει με τη μορφή μιας
αλυσοδεμένης γυναίκας μια αλύτρωτη περιοχή της ελληνικής γης, μέσα από
τους στίχους της ποιήτριας συμβολίζει κάθε καταπιεσμένη γυναίκα που δεν
μπορεί να κατακτήσει ελευθερίες. Το ποίημα βρίσκεται στη συλλογή «Το
λίγο του κόσμου» και από τη δημοσίευσή του το 1971 ταυτίστηκε γρήγορα με
το συγκεκριμένο γλυπτό.Το γλυπτό αποτελεί δωρεά του καλλιτέχνη στον
Δήμο Αθηναίων. Τα επίσημα αποκαλυπτήρια έγιναν 22.2.1953. Στην πίσω όψη
της βάσης, εγχάρακτη η επιγραφή «ΕΠΟΙΗΣΕ ΚΑΙ ΕΧΑΡΙΣΕ ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΑΘΗΝΑΙΩΝ
ΚΩΣΤ. ΣΕΦΕΡΛΗΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΣ 1951».

Σημεῖο Ἀναγνωρίσεως
ἄγαλμα γυναίκας μέ δεμένα χέρια
| Ὅλοι σέ λένε κατευθείαν ἄγαλμα, ἐγώ σέ πρσφωνῶ γυναίκα κατευθείαν. Στολίζεις κάποιο πάρκο1. Ἀπό μακριά ἐξαπατᾶς. |
|
| 5 | Θαρρεῖ κανείς πώς ἔχεις ἐλαφρά ἀνακαθήσει νά θυμηθεῖς ἕνα ὡραῖο ὄνειρο πού εἶδες, πώς παίρνεις φόρα νά τό ζήσεις. Ἀπό κοντά ξεκαθαρίζει τό ὄνειρο: δεμένα εἶναι πισθάγκωνα τά χέρια σου |
| 10 | μ' ἕνα σκοινί μαρμάρινο κι ἡ στάση σου εἶναι ἡ θέλησή σου κάτι νά σέ βοηθήσει νά ξεφύγεις τήν ἀγωνία τοῦ αἰχμάλωτου. Ἔτσι σέ παραγγείλανε στό γλύπτη: |
| 15 | αἰχμάλωτη. Δέν μπορεῖς οὔτε μιά βροχή νά ζυγίσεις στό χέρι σου, οὔτε μιά ἐλαφριά μαργαρίτα. Δεμένα εἶναι τά χέρια σου. |
| 20 | Καί δέν εἶν' τό μάρμαρο μόνο ὁ Ἄργος.2 Ἄν κάτι πήγαινε ν' ἀλλάξει στήν πορεία τῶν μαρμάρων, ἄν ἄρχιζαν τ' ἀγάλματα ἀγῶνες γιά ἐλευθερίες καί ἰσότητες, |
| 25 | ὅπως οἱ δοῦλοι, οἱ νεκροί καί τό αἴσθημά μας, ἐσύ θά πορευόσουνα μές στήν κοσμογονία τῶν μαρμάρων |
| 30 | μέ δεμένα πάλι τά χέρια, αἰχμάλωτη. Ὅλοι σέ λένε κατευθείαν ἄγαλμα, ἐγώ σέ λέω γυναίκα ἀμέσως. Ὄχι γιατί γυναίκα σέ παρέδωσε στό μάρμαρο ὁ γλύπτης |
| 35 | κι ὑπόσχονται οἱ γοφοί σου
εὐγονία3 ἀγαλμάτων, καλή σοδειά ἀκινησίας. Γιά τά δεμένα χέρια σου, πού ἔχεις ὅσους πολλούς αἰῶνες σέ γνωρίζω, |
| 40 | σέ λέω γυναίκα.
Σέ λέω γυναίκα γιατ' εἶσ’ αἰχμάλωτη. |
| (Τό λίγο τοῦ κόσμου, 1971) |
Κυριακή 8 Μαΐου 2016
Η θυσία της Πολυξένης
Σαρκοφάγος Canakkale, κοντά στην Τροία 500 π.Χ. με τη Θυσία της
Πολυξένης (Canakkale, Archaeological Museum. © Troia Project, University
of Tubingen)
Η θυσία της Πολυξένης. Στο Α΄ μέρος της "Εκάβης" (1-657) ο Ευριπίδης
δραματοποιεί τη θυσία της Πολυξένης στον τάφο του Αχιλλέα. Ο νεκρός
ήρωας σταμάτησε στη Θρακική Χερσόνησο στον γυρισμό των Αχαιών κι απαίτησε
να τιμήσουν το μνήμα του με τη θυσία της Πολυξένης, της κόρης του
Πριάμου και της Εκάβης.
Η Πολυξένη δεν αναφέρεται στον Όμηρο, τη συναντούμε όμως στην επική, λυρική και τραγική ποιητική παράδοση πριν από τον Ευρυπίδη. Καμιά ωστόσο από τις υπάρχουσες πηγές δεν διασώζει και τα τέσσερα στοιχεία που βρίσκομε στον Ευριπίδη, δηλαδή την αναφορά στο είδωλο του Αχιλλέα, το αίτημά του να θυσιαστεί η νέα στον τάφο του, την αναστολή του απόπλου των Αχαιών και την ίδια τη θυσία. Εκτός από το αίτημα της θυσίας, τα άλλα στοιχεία απαντούν μεμονωμένα στις πηγές. Έτσι η θυσία της Πολυξένης μαρτυρείται πρώτη φορά στην "Ιλίου Πέρσιν" του Αρκτίνου (επιτομή Πρόκλου): "έπειτα εμπρήσαντες την πόλιν Πολυξένην σφαγιάζουσιν (οι Έλληνες) επί τον του Αχιλλέως τάφον" (EGF, σ. 62, 35-36, Davies). Από τη γενική αυτή αναφορά δεν είναι δυνατό να εξαχθεί αν ο Αχιλλέας είχε απαιτήσει το θύμα, ή ποιος και πότε πραγματοποίησε τη θυσία.
[...]
Η Πολυξένη δεν αναφέρεται στον Όμηρο, τη συναντούμε όμως στην επική, λυρική και τραγική ποιητική παράδοση πριν από τον Ευρυπίδη. Καμιά ωστόσο από τις υπάρχουσες πηγές δεν διασώζει και τα τέσσερα στοιχεία που βρίσκομε στον Ευριπίδη, δηλαδή την αναφορά στο είδωλο του Αχιλλέα, το αίτημά του να θυσιαστεί η νέα στον τάφο του, την αναστολή του απόπλου των Αχαιών και την ίδια τη θυσία. Εκτός από το αίτημα της θυσίας, τα άλλα στοιχεία απαντούν μεμονωμένα στις πηγές. Έτσι η θυσία της Πολυξένης μαρτυρείται πρώτη φορά στην "Ιλίου Πέρσιν" του Αρκτίνου (επιτομή Πρόκλου): "έπειτα εμπρήσαντες την πόλιν Πολυξένην σφαγιάζουσιν (οι Έλληνες) επί τον του Αχιλλέως τάφον" (EGF, σ. 62, 35-36, Davies). Από τη γενική αυτή αναφορά δεν είναι δυνατό να εξαχθεί αν ο Αχιλλέας είχε απαιτήσει το θύμα, ή ποιος και πότε πραγματοποίησε τη θυσία.
[...]
Τρίτη 26 Απριλίου 2016
Περί αλλοτινών χώρων
Το νεκροταφείο είναι σίγουρα ένας τόπος διαφορετικός από τους συνήθεις πολιτισμικούς χώρους. Πρόκειται για έναν χώρο ο οποίος συνδέεται κατά βάση με όλους τους χώρους μιας πόλης ή μιας κοινωνίας ή ενός χωριού, καθώς κάθε άτομο, κάθε οικογένεια έχει συγγενείς στο νεκροταφείο. Στη δυτική κουλτούρα, το νεκροταφείο πρακτικά υπήρχε πάντα. Έχει υποστεί όμως σημαντικές μεταβολές. Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, το νεκροταφείο βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, δίπλα στην εκκλησία προσφέροντας διάφορες δυνατότητες ταφής. Υπήρχε ο ομαδικός τάφος εντός του οποίου τα πτώματα έχαναν και το τελευταίο ίχνος ατομικότητας. Υπήρχαν ορισμένοι ατομικοί τάφοι, και υπήρχαν και τάφοι στο εσωτερικό της εκκλησίας. Οι τελευταίοι αυτοί τάφοι χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, είτε απλές ταφόπλακες με μια επιγραφή, ή μαυσωλεία με αγάλματα. Το νεκροταφείο αυτό, το οποίο στεγαζόταν στον ιερό χώρο της εκκλησίας, έχει λάβει μια τελείως διαφορετική μορφή στους μοντέρνους πολιτισμούς και κατά παράξενο τρόπο, η δυτική κουλτούρα εγκαινίασε αυτό που αποκαλούμε λατρεία των νεκρών σε μία εποχή όπου ο πολιτισμός έχει γίνει, όπως λέμε πολύ γενικά, «άθεος».
Κατά βάση, ήταν απόλυτα φυσικό σε μια εποχή αληθινής πίστης στην ανάσταση των νεκρών και στην αθανασία της ψυχής να μην αποδίδεται η δέουσα σημασία στις σορούς των νεκρών. Αντιθέτως, από τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν είναι πλέον απολύτως σίγουροι ότι έχουν ψυχή, ή ότι το σώμα τους θα αναστηθεί, πρέπει ίσως να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στην σορό του νεκρού, που αποτελεί εν τέλει το μοναδικό ίχνος της ύπαρξής μας ανάμεσα στον κόσμο και τις λέξεις.
Σε κάθε περίπτωση, μόλις από τις αρχές του 19ου αιώνα έχει ο καθένας μας το δικαίωμα στο μικρό κουτί του για την μικρή προσωπική του αποσύνθεση. Από την άλλη πλευρά όμως, μόλις από τις αρχές του 19ου αιώνα τα νεκροταφεία άρχισαν να τοποθετούνται στα εξωτερικά όρια των πόλεων. Σε συνάρτηση με αυτήν την εξατομίκευση του θανάτου και την μικροαστική ιδιοποίηση του νεκροταφείου γεννήθηκε η εμμονή του θανάτου ως «ασθένεια». Οι νεκροί θεωρούνται ότι φέρνουν αρρώστιες στους ζωντανούς, και η παρουσία και η εγγύτητα των νεκρών πολύ κοντά στα σπίτια, πολύ κοντά στην εκκλησία, σχεδόν στη μέση του δρόμου, είναι αυτή που διασπείρει τον ίδιο τον θάνατο. Το μεγάλο αυτό ζήτημα της ασθένειας που μεταδίδεται από τα νεκροταφεία παρέμεινε έως το τέλος του 18ου αιώνα και μόνο κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα ξεκίνησαν οι μετακινήσεις των νεκροταφείων προς τα προάστια. Τα νεκροταφεία δεν αποτελούσαν πλέον τον ιερό και αθάνατο άνεμο της πόλης, αλλά την «άλλη πόλη», όπου κάθε οικογένεια κατέχει τη δική της σκοτεινή κατοικία.
Κατά βάση, ήταν απόλυτα φυσικό σε μια εποχή αληθινής πίστης στην ανάσταση των νεκρών και στην αθανασία της ψυχής να μην αποδίδεται η δέουσα σημασία στις σορούς των νεκρών. Αντιθέτως, από τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν είναι πλέον απολύτως σίγουροι ότι έχουν ψυχή, ή ότι το σώμα τους θα αναστηθεί, πρέπει ίσως να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στην σορό του νεκρού, που αποτελεί εν τέλει το μοναδικό ίχνος της ύπαρξής μας ανάμεσα στον κόσμο και τις λέξεις.
Σε κάθε περίπτωση, μόλις από τις αρχές του 19ου αιώνα έχει ο καθένας μας το δικαίωμα στο μικρό κουτί του για την μικρή προσωπική του αποσύνθεση. Από την άλλη πλευρά όμως, μόλις από τις αρχές του 19ου αιώνα τα νεκροταφεία άρχισαν να τοποθετούνται στα εξωτερικά όρια των πόλεων. Σε συνάρτηση με αυτήν την εξατομίκευση του θανάτου και την μικροαστική ιδιοποίηση του νεκροταφείου γεννήθηκε η εμμονή του θανάτου ως «ασθένεια». Οι νεκροί θεωρούνται ότι φέρνουν αρρώστιες στους ζωντανούς, και η παρουσία και η εγγύτητα των νεκρών πολύ κοντά στα σπίτια, πολύ κοντά στην εκκλησία, σχεδόν στη μέση του δρόμου, είναι αυτή που διασπείρει τον ίδιο τον θάνατο. Το μεγάλο αυτό ζήτημα της ασθένειας που μεταδίδεται από τα νεκροταφεία παρέμεινε έως το τέλος του 18ου αιώνα και μόνο κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα ξεκίνησαν οι μετακινήσεις των νεκροταφείων προς τα προάστια. Τα νεκροταφεία δεν αποτελούσαν πλέον τον ιερό και αθάνατο άνεμο της πόλης, αλλά την «άλλη πόλη», όπου κάθε οικογένεια κατέχει τη δική της σκοτεινή κατοικία.
Tο κείμενο αυτό γράφτηκε στην Τυνησία το 1967 και δημοσιεύθηκε την άνοιξη του 1984. Μισέλ Φουκώ, Ομιλίες και Γραπτά 1984, Περί αλλοτινών χώρων (διάλεξη στη λέσχη αρχιτεκτονικών
μελετών, 14 Μαρτίου 1967). Architecture, Mouvement, Continuité, τεύχος 5o, Οκτώβριος 1984, 46-49.
μελετών, 14 Μαρτίου 1967). Architecture, Mouvement, Continuité, τεύχος 5o, Οκτώβριος 1984, 46-49.
Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015
Περί θανάτου
"Στη
γλώσσα της φύσης, ο θάνατος είναι συνώνυμος με την εκμηδένιση, και το
ότι ο θάνατος είναι σοβαρή υπόθεση, προκύπτει αυταπόδεικτα από το
γεγονός ό,τι, όπως όλοι ξέρουμε, η ζώη δεν είναι καθόλου αστεία. Πράγματι, αυτά τα δύο μας ταιριάζουν γάντι.
Ο
φόβος του θανάτου είναι ανεξάρτητος από κάθε γνώση, αφού χαρακτηρίζει
και τα ζώα, τα οποία αγνοούν την ύπαρξη του θανάτου. 'Ολα τα πλάσματα
γεννιούνται με αυτόν τον a priori φόβο,
ο οποίος, ωστόσο, δεν είναι παρά η άλλη όψη της θέλησης για ζώη, με την
οποία ταυτιζόμαστε όλοι. 'Αρα για κάθε ζώο ο φόβος της ίδιας του της
καταστροφής, όπως άλλωστε και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, είναι έμφυτος. Αυτός ακριβώς ο φόβος του θανάτου, και όχι απλά και μόνο η αποφυγή του
πόνου, κρύβεται πίσω από τη σχολαστική επαγρύπνηση με την οποία το ζώο
προσπαθεί να προστατεύσει τον εαυτό του, και ακόμη περισσότερο τα
ομοειδή του, απ' όποιον θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνος. Γιατί
απομακρύνονται τα ζώα, γιατί τρέμουν και προσπαθούν να κρυφτούν;
Απλούστατα γιατί αποτελούνται από καθαρή θέληση για ζωή, άρα ο φόβος του
θανάτου είναι έμφυτος σ' αυτά, γι' αυτό και προσπαθούν να κερδίσουν
χρόνο. Από τη φύση του ο άνθρωπος είναι ακριβώς το ίδιο. Το μεγαλύτερο
κακό, η χειρότερη απειλή γι' αυτόν, είναι ο θάνατος, η μεγαλύτερη αγωνία είναι η αγωνία του θανάτου."
Σοπενάουερ Α. (2012), Περί θανάτου, μτφρ. Λ. Καρατζάς, εκδ. Γνώση, Αθήνα, σελ 35-36.
Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015
Τα σ’ αγαπώ που άντεξαν
«Ξαναδιάβασα τα γράμματά σου από την αρχή. Σου γράφω «δύο λόγια αγάπης». Ένα πράγμα αισθάνομαι πως είναι το δυσκολότερο να σου δώσω να καταλάβεις: πόσο σε νιώθω, πόσο σε παρακολουθώ κι από μια σου λέξη ακόμη, όπως άλλοτε από ένα παίξιμο του χεριού σου. Τώρα που ξανακοίταξα όλα αυτά τα χαρτιά, βρίσκω πάντα ένα φόβο μήπως δε λες καλά ότι ήθελες να πεις, ένα δισταγμό μην τύχει και πεις πολλά, και προς το τέλος αρχίζεις κίολας να γράφεις και να σκίζεις. Άφησε, χρυσή μου, τον εαυτό σου, είναι τόσο χαριτωμένος έτσι όπως είναι, άφησέ τον να μην μιλήσει όπως ξέρει αυτός. Θα μου πεις: «Εσύ μήπως δεν κάνεις το ίδιο;» Κι αν το κάνω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να με μιμηθείς. Το κάνω, άλλωστε, τόσο άσχημα. Αν έχεις απελπισία, δώσε μου την απελπισία σου, όπως μου δίνεις τόσες φορές τη χαρά σου. Δώσε μου ότι έχεις κι ότι μπορείς. Μα κατάλαβε, επιτέλους, πως δε γυρεύω τίποτε άλλο. Αν αργήσουμε τώρα να ιδωθούμε, θα πρέπει να προσπαθήσουμε μ΄ αυτά τα λίγα και γλίσχρα μέσα που έχουμε, μ’ αυτό το χαρτί που μαυρίζουμε, να είμαστε όσο μπορούμε πιο κοντά, όχι να αποχωριζόμαστε και να πληγώνει ο ένας τον άλλον. Έτσι νομίζω. Αν με θέλεις ακόμη, έλα, χρυσή μου, να τα λέμε όλα χωρίς, να σκεπτόμαστε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει. Ξέρεις, συλλογίζομαι ακόμη πως έτσι θα μπορούσαμε, όταν μας δοθεί να ιδωθούμε, να μην πούμε ούτε μια λέξη παρά να χαζεύει ο ένας τον άλλον. Και θα είναι τόσο ξεκουραστικό.
Καληνύχτα, αγάπη. Όλη τη μέρα σήμερα γύρευα τη στοργή σου.»
Τα σ’ αγαπώ που άντεξαν | Γ. Σεφέρης
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015
Γυμνός, Iούλιο Μήνα
Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ' ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε
δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το
γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Xάμου, στ' άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να 'χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Mόνο που 'ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ' αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Kι από τη φύση - αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.
Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Xάμου, στ' άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να 'χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Mόνο που 'ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ' αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Kι από τη φύση - αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.
Oδυσσέας Ελύτης
(από το O μικρός ναυτίλος, Ίκαρος 1985)
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ...
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/gimnos-iouli-mina-katamesimero/
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/gimnos-iouli-mina-katamesimero/
Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο.
Σ” ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά,
ντρίλινα,
με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου
που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.
Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια.
Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα:
δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα.
Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα.
Xάμου, στ” άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα.
Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να “χω τόσα.
Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ.
Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε.
Mόνο που “ναι πιο δύσκολο.
Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ” αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει.
Kι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της....
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/gimnos-iouli-mina-katamesimero/
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/gimnos-iouli-mina-katamesimero/
Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο.
Σ” ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά,
ντρίλινα,
με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου
που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.
Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια.
Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα:
δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα.
Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα.
Xάμου, στ” άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα.
Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να “χω τόσα.
Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ.
Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε.
Mόνο που “ναι πιο δύσκολο.
Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ” αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει.
Kι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της....
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/gimnos-iouli-mina-katamesimero/
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/gimnos-iouli-mina-katamesimero/
Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο.
Σ” ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά,
ντρίλινα,
με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου
που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.
Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια.
Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα:
δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα.
Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα.
Xάμου, στ” άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα.
Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να “χω τόσα.
Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ.
Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε.
Mόνο που “ναι πιο δύσκολο.
Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ” αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει.
Kι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της....
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/gimnos-iouli-mina-katamesimero/
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/gimnos-iouli-mina-katamesimero/
Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο.
Σ” ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά,
ντρίλινα,
με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου
που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του.
Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας.
Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια.
Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα:
δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα.
Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα.
Xάμου, στ” άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα.
Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο.
Γεννήθηκα για να “χω τόσα.
Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ.
Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε.
Mόνο που “ναι πιο δύσκολο.
Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ” αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει.
Kι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της....
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/gimnos-iouli-mina-katamesimero/
Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/gimnos-iouli-mina-katamesimero/
Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015
Εκεχειρία
Μιλημένη σιωπή
στην ακρώρεια των ψιθύρων,
φιλούν τα χείλη
την άρνηση του χρόνου
μήπως κι εξιλεωθούν οι καταφάσεις
οι συνειρμοί των ανεπίδοτων παραπόνων
που βουλιάζουν σε μάτια υγρά
στου φιλιού τα κλειστά βλέφαρα
με απλωμένα τα χέρια.
Άλλη μια εκεχειρία,
αμνηστεύει την απουσία
συνθηκολογεί με την παρουσία
στις προεκτάσεις των παύσεων
στα ενδεχόμενα που στένεψαν φόβους
για να χωρούν επιθυμίες
και ν’ αδειάζουν πόνοι
σε μελλοντικές υποθήκες.
Θα ’ρθει καιρός μου ’χες πει:
«θα ενταφιασθεί το σκοτάδι
στης αυγής την ανάληψη».
Πόσο ήθελα να σε πιστεύω τότε,
να κρεμώ το ξημέρωμα στην πόρτα
και με σχοινί την πρώτη ακτίνα
να εξημερώνω
την ασάλευτη δίνη της αγωνίας… για αύριο.
στην ακρώρεια των ψιθύρων,
φιλούν τα χείλη
την άρνηση του χρόνου
μήπως κι εξιλεωθούν οι καταφάσεις
οι συνειρμοί των ανεπίδοτων παραπόνων
που βουλιάζουν σε μάτια υγρά
στου φιλιού τα κλειστά βλέφαρα
με απλωμένα τα χέρια.
Άλλη μια εκεχειρία,
αμνηστεύει την απουσία
συνθηκολογεί με την παρουσία
στις προεκτάσεις των παύσεων
στα ενδεχόμενα που στένεψαν φόβους
για να χωρούν επιθυμίες
και ν’ αδειάζουν πόνοι
σε μελλοντικές υποθήκες.
Θα ’ρθει καιρός μου ’χες πει:
«θα ενταφιασθεί το σκοτάδι
στης αυγής την ανάληψη».
Πόσο ήθελα να σε πιστεύω τότε,
να κρεμώ το ξημέρωμα στην πόρτα
και με σχοινί την πρώτη ακτίνα
να εξημερώνω
την ασάλευτη δίνη της αγωνίας… για αύριο.
Κώστας Μίχος (1938-1974)
Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014
Η ΠΟΙΗΣΙΣ ΤΩΝ ΕΡΕΙΠΙΩΝ
Η ΠΟΙΗΣΙΣ ΤΩΝ ΕΡΕΙΠΙΩΝ
Σὲ βλέπω ἐκεῖ ρημόσπιτο, σὲ βλέπω ἐκεῖ ρημάδι.
Ἀγριόχορτα στὸ δῶμά σου τὰ χρόνια ἔχουνε σπείρει. Χιόνια, βροχὲς σ' ἐγέρασαν, ἀντάρες σ' ἔχουν φθείρει, καὶ στέκεις καὶ ὀνειρεύεσαι στὸ μακρινὸ λαγκάδι.
Τὸ μάτι μου, ἀπ' ὀνείρατα ποιητικὰ γεμᾶτο,
ποῦ τ' ἄπειρο διάστημα γοργὰ τὸ ταξειδεύει, καὶ λούεται μὲς στὰ κύματα ποῦ λάμπουν ἐκεῖ κάτω − μ' ἀγάπη καὶ προτίμησι στὸ δῶμά σου σταθμεύει.
Οἱ στοχασμοί μου − ἀναλαμπές, ποῦ στέλλουν οἱ αἰῶνες
καὶ ἡ Ζωὴ − στὸ δῶμά σου ἀνεβοκατεβαίνουν, καὶ μέσα στὰ χαλάσματα, ποῦ ἀράχνες τώρα ὑφαίνουν, πετοῦν τῆς φαντασίας μου ᾑ ρόδινες εἰκόνες.
Τί βρίσκει στὰ συντρίμμια σου τὰ θλιβερὰ τὸ μάτι;
ποιὰ βρύσι τρέχει ἀπόκρυφη στὰ σκόρπια σου λιθάρια, καὶ πίνει ἡ φαντασία μου κι' ὡραίους κόσμους πλάττει, κόσμους ζωῆς στὰ κρύα σου, νεκρά σου ἀπομεινάρια;
Καὶ κἄποτε μέσ' ἀπὸ κεῖ βαρειὰ φωνὴ μοῦ κράζει:
"Ὦ σύ, ποῦ ὁ νοῦς σου μέσα 'δῶ μ' αὐθάδειαν ὀργιάζει κ' εὐδαιμονίας ὄνειρα στὰ ἐρείπια χρυσοπλέκει, ξέρεις μιὰ μέρ' ἂν μ' ἔκαψε τοῦ πόνου ἀστροπελέκι;" |
Α. Προβελέγγιος, Ποιήματα: Διπλή Ζωή, Νικητήρια, Τα νησιά μας, (Διπλή Ζωή), Αθήνα, Εστία,1916, σ. 8
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014
Charles Baudelaire & Boris Vian
Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν: είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μη νιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα.
Αλλά από τι; Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε.
Και αν κάποτε, στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, πάνω στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη μελαγχολική μοναξιά του δωματίου σας, αν ξυπνήσετε, αφού η μέθη θα έχει ήδη ελαττωθεί ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι φεύγει, ό,τι αναστενάζει, ό,τι κυλάει, ό,τι τραγουδάει, ό,τι μιλάει, ρωτήστε τι ώρα είναι· και ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν: «Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε.»
Charles Baudelaire (μτφ. Στέργιος Βαρβαρούσης)
Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014
Μάης και Ελλάδα μαζί
«Σήμερα – τι όμορφα που ήταν σήμερα – στη μικρή στρογγυλή βυζαντινή εκκλησία στους πρόποδες του Υμηττού. Γιατί δεν μπορούμε να ζήσουμε για πάντα έτσι; Αναρωτήθηκα – όχι πως ο καιρός είχε ζεστάνει αρκετά, αλλά η βροχή και ο αέρας είχανε σταματήσει. Κι η ζωή έμοιαζε τόσο ελεύθερη, γεμάτη απ’ όλα τα καλά – φύση άγρια, θυμάρι, κυπαρίσσια…»
(Βιρτζίνια Γουλφ, Κυριακή 24 Απριλίου 1932 // Από το ημερολόγιο της, "Μάης και Ελλάδα μαζί")
Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014
Misafir 01
στο misafir ξεκινώντας από τις ιστορίες των φωτογραφιών προσπαθούμε να καταλάβουμε. όχι για να βρούμε την απάντηση στο αίνιγμα,
αλλά για να φέρουμε πιο κοντά τους κόσμους μας.
ο χώρος αυτός φιλοξενεί ιστορίες με φωτογραφίες και μικρά κείμενα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








